καταλαμβάνω


καταλαμβάνω
κατα|λαμβάνω 1. забирать; 2. захватывать; 3. перен. схватывать, постигать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "καταλαμβάνω" в других словарях:

  • καταλαμβάνω — seize pres subj act 1st sg καταλαμβάνω seize pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλαμβάνω — καταλαμβάνω, κατέλαβα βλ. πίν. 165 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταλαμβάνω — (AM καταλαμβάνω) 1. γίνομαι κύριος ενός πράγματος με βίαιο τρόπο, κατακτώ (α. «ο στρατός κατέλαβε καίριες θέσεις» β. «κατέλαβε τὴν ἀκρόπολιν», Θουκ.) 2. παίρνω κάτι στην κυριότητά μου, εξουσιάζω (α. «κατέλαβε την καρδιά της» β. «κατέλαβον τὴν τοῡ …   Dictionary of Greek

  • καταλαμβάνω — έλαβα, ήφθηκα, κατειλημμένος, η, ο 1. παίρνω κάτι στην κατοχή μου αυθαίρετα, γίνομαι κάτοχος κάποιου με τη βία ή με την ικανότητά μου, κατακτώ. 2. πιάνω κάποιον ξαφνικά να κάνει κάτι παράνομο: Τον κατέλαβε να βουτάει το ξένο πορτοφόλι. 3. (για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταλαμβάνετε — καταλαμβάνω seize pres imperat act 2nd pl καταλαμβάνω seize pres ind act 2nd pl καταλαμβάνω seize imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλαμβάνῃ — καταλαμβάνω seize pres subj mp 2nd sg καταλαμβάνω seize pres ind mp 2nd sg καταλαμβάνω seize pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλελημμένα — καταλαμβάνω seize perf part mp neut nom/voc/acc pl καταλελημμένᾱ , καταλαμβάνω seize perf part mp fem nom/voc/acc dual καταλελημμένᾱ , καταλαμβάνω seize perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατειλημμένα — καταλαμβάνω seize perf part mp neut nom/voc/acc pl κατειλημμένᾱ , καταλαμβάνω seize perf part mp fem nom/voc/acc dual κατειλημμένᾱ , καταλαμβάνω seize perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακαταλαμβάνω — καταλαμβάνω εκ νέου ό,τι είχα χάσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + καταλαμβάνω. ΠΑΡ. ανακατάληψη] …   Dictionary of Greek

  • καταλαβομένων — καταλαμβάνω seize aor part mid fem gen pl καταλαμβάνω seize aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταλαβόμενον — καταλαμβάνω seize aor part mid masc acc sg καταλαμβάνω seize aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.